Έβρος: 18 ημέρες παραδομένος στις φλόγες
Έβρος: 18 ημέρες παραδομένος στις φλόγες
Το καλοκαίρι του 2023 για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά ο μεγαλύτερος νομός της Θράκης, ο Έβρος βρέθηκε αντιμέτωπος με τον πύρινο εφιάλτη. Ειδικότερα, η συγκεκριμένη δασική πυρκαγιά αποτέλεσε τη μεγαλύτερη σε έκταση φωτιά στην Ελλάδα τα τελευταία 21 χρόνια αλλά και μεταξύ των χωρών της ΕΕ, καθώς είναι η μεγαλύτερη δασική πυρκαγιά των τελευταίων πολλών ετών σε ευρωπαϊκό έδαφος. Σύμφωνα με έρευνες προκύπτει ότι η καμένη έκταση αγγίζει τα 100.000 στρέμματα περιοχής που εκτείνεται από το νομό της Ροδόπης ως τον κεντρικό και νότιο Έβρο. Τα αποτελέσματα καταστροφικά!
Κοινότοπη αποτελεί η άποψη ότι το μέγεθος της οικολογικής και οικονομικής καταστροφής που υπέστη η περιοχή δεν είναι δυνατό να υπολογιστεί πλήρως. Παρόλο αυτά κάποιες από τις επιπτώσεις έχουν κάνει ήδη την εμφάνισή τους! Πιο συγκεκριμένα οι απώλειες δασικών και ιδιωτικών εκτάσεων, καθώς και των περιουσιών είναι μερικές από τις υπολογίσιμες απώλειες. Επιπρόσθετα, η χλωρίδα και η πανίδα της περιοχής που προστατεύεται από τη NATURA με σπάνια ενδιαιτήματα αρπακτικών πτηνών επλήγησαν σημαντικά. Απότοκος αυτού υπήρξε η υποβάθμιση του πρωτογενούς τομέα και η μείωση της καύσιμης ύλης του δάσους με οικολογικό αλλά και οικονομικό-κοινωνικό αντίκτυπο. Επιπλέον, η υγεία πολλών πυροσβεστών και κατοίκων του νομού τέθηκε σε κίνδυνο τόσο εξαιτίας της ρύπανσης του αέρα όσο και της αδυναμίας μεταφοράς των υπερήλικων σε ασφαλή τοποθεσία.

Oι αιτίες διόγκωσης και άμεσης εξάπλωσης της πυρκαγιάς είναι πολυάριθμες και ποικίλες. Η Θ. Σκαρτσή[i] υποστήριξε ότι η κλιματική αλλαγή έχει προσθέσει το δικό της λιθαράκι στις αιτιάσεις της φωτιάς. Στην περιοχή τα τελευταία χρόνια σημειώνονται χαμηλά ποσοστά υγρασίας και σε συνδυασμό με τις υψηλές θερμοκρασίες προκαλείται ένα μεγάλο ρίσκο φωτιάς, καθώς τα τελευταία καλοκαίρια στον χάρτη ο Έβρος πάντα έχει βαθμό επικινδυνότητας 3-4. Αν τώρα προσθέσουμε το γεγονός ότι στο εσωτερικό του δάσους υπήρχε μεγάλος όγκος καύσιμης και ακαθάριστης ύλης, όπως πευκοβελόνες και σάπια πεσμένα δέντρα καταλαβαίνουμε γιατί αναπτύχθηκαν οι κατάλληλες συνθήκες συνεχών και έντονων αναζωπυρώσεων. Παράλληλα, καταλυτικός παράγοντας υπήρξε η εμφάνιση θυελλωδών ανέμων που σε συνδυασμό με την εναλλασσόμενη κατεύθυνση αυτών δυσχέραινε το έργο των πυροσβεστών, καθώς η πορεία της φωτιάς συνεχώς μεταβαλλόταν. Τέλος, η έλλειψη απαραίτητου προσωπικού και μέσων πυρόσβεσης όπως οχημάτων των υπηρεσιών του νομού που οδήγησε στην αναγκαιότητα συνδρομής από άλλους νομούς αλλά και από υπηρεσίες άλλων κρατών, αλλά και λάθη οργάνωσης και τακτικής που τυχόν έλαβαν χώρα έχουν το δικό τους μερίδιο ευθύνης για την όλη κατάσταση.

Ο Δ. Μπακαλούδη[ii] υποστήριξε ότι «για να ξεσπάσει μια πυρκαγιά συντελούν τρεις παράγοντες: υψηλή θερμοκρασία, καύσιμη ύλη και οξυγόνο. Όταν συσσωρεύεται καύσιμη ύλη μαζί με τους άλλους δύο παράγοντες είναι αυτή που θα δώσει μια πυρκαγιά όπως η δική μας, δηλαδή με σφοδρή ένταση που κατακαίει τα πάντα αλλά και μεγάλη έκταση και μπορεί να καίει για πάρα πολλές μέρες. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι για να αποτραπούν τέτοια φαινόμενα, τα δάση θα πρέπει να διαχειρίζονται ορθολογικά»
Κατανοούμε, λοιπόν, ότι η κλιματική αλλαγή διαμόρφωσε μία διαφορετική κατάσταση για τα δασικά οικοσυστήματα της περιοχής. Με την πυρκαγιά επηρεάστηκε η βιοποικιλότητα του δάσους καθώς λόγω της έκτασής της έμειναν λίγες νησίδες άκαυτου δάσους, για να εποικιστεί η ζωή, όπως έντομα, ερπετά, αμφίβια, μικρά και μεγάλα πουλιά. Επιπλέον, εντείνεται η αύξηση των δαπανών των αγροτών και των κτηνοτρόφων όπως για παράδειγμα για τη χρήση του νερού που εξαιτίας της ανομβρίας πρέπει να το βρουν με άλλα μέσα. Επιπρόσθετα, προκύπτουν περισσότερες ασθένειες στις αγροτικές καλλιέργειες εξαιτίας της μεταμόρφωσης του κλίματος.
Τί επιβάλλεται, άραγε, να γίνει ώστε να αντιμετωπιστούν οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής στην περιοχή του Σουφλίου όσο το πιο εύστοχα; Οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι αρχικά η πολιτεία θα πρέπει να οργανώσει σε ένα άλλο επίπεδο τη διαχείριση των δασών με μια πιο ορθολογική διαχείριση, να δώσει κίνητρα στους υλοτόμους και στους παραδασόβιους οικισμούς να παραμένουν κοντά στα δάση. Επίσης, στην κτηνοτροφία τα ζώα είναι οι μηχανικοί του περιβάλλοντος, αυτοί που σμιλεύουν τη βλάστηση, που με τη βόσκηση μειώνουν τη βιομάζα, διατηρούν πιο ανοιχτά περιβάλλοντα (έχουν γίνει μελέτες στο εξωτερικό). Το ίδιο ισχύει και για τα άγρια ζώα, ελάφια, ζαρκάδια, πλατώνια, όλα αυτά επειδή τρέφονται με τη βλάστηση, έχει αποδειχτεί πως όπου ζουν είτε κτηνοτροφικά ζώα είτε άγρια ζώα έχουμε μικρότερη συχνότητα εμφάνισης πυρκαγιών και όταν εμφανίζονται έχουν μικρότερη σφοδρότητα, καθώς μέσω της βόσκησης έχει μειωθεί η βιομάζα». Αλλά και η αναδάσωση αποτελεί πυλώνα αναγέννησης του δάσους που πρέπει οι κάτοικοι και οι επιστήμονες να περιμένουν κάποια χρόνια να δουν πώς θα αντιδράσει η ίδια η φύση. Χρειάζονται προγράμματα παρακολούθησης για το πώς θα ανακάμψει η φύση στις νέες συνθήκες που διαμορφώθηκαν και να γίνουν αντιδράσεις σωστής διαχείρισης. Επιβάλλεται να τεθούν μακροπρόθεσμοι στόχοι, υποστηρίζει η Σκαρτσή, αλλά και οι ίδιοι οι αγρότες να βοηθήσουν με πρακτικές φιλικές προς το περιβάλλον, με νέες φυτείες ανθεκτικές στην ανομβρία ώστε να μην καταναλώνονται μεγάλες ποσότητες νερού. Η Πολιτεία είναι αδήριτη ανάγκη να θέσει στρατηγικές αντιμετώπισης των φαινομένων της κλιματικής αλλαγής. Για παράδειγμα είναι εφικτό να δημιουργηθούν μικρά φράγματα στις κορυφές των βουνών όπου ξεκινά να συλλέγεται το νερό. Αυτά τα φράγματα όταν διηθούνται στο έδαφος μπορούν να εμπλουτίζουν τον υδροφόρο ορίζοντα και να υπάρχει αποθήκευση νερού.
[i] ΘΣκαρτσή, Δασολόγος , ΑΠΘ, επικεφαλής εταιρίας Προστασίας Βιοποικιλότητας Θράκης, υπεύθυνη γραφείου WWF, ερευνήτρια πεδίου του προγράμματος Δαδιάς
[ii] Δ. Μπακαλούδης, καθηγητή Οικολογίας και Διαχείρισης Άγριας Πανίδας του Τμήματος Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος
ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ
Κοντογούνη Νεκταρία, Γκουντινάκη Χριστίνα, Καψάλη Παρασκευή
- Προβολές: 123